Το παράδειγμα των Ζωσιμάδων
Γράφει η Αρχαιολόγος Κωνσταντίνα Ζήδρου
Η τσαρική Ρωσία αποτέλεσε έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς εγκατάστασης, προστασίας και δραστηριοποίησης για τους Έλληνες, καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, όπως αποδεικνύεται από την κραταιή και ακμάζουσα ελληνική παροικία. Η πλειονότητά τους εντοπίζεται σε τέσσερις κυρίως θέσεις, στη Μόσχα, στην Πετρούπολη, στην Οδησσό και στη Νίζνα, ενώ σημαντική υπήρξε η δράση τους και στη Χερσώνα, στη Μαριούπολή κ.α. Βέβαια, η ελληνική παρουσία, περιμετρικά του Ευξείνου Πόντου, ανιχνεύεται ήδη από τον 8ο π.Χ. αι., συνεχίζει στο πλαίσιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, για να φτάσει στο απόγειό της κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Οι Έλληνες της Ρωσίας δεν πέρασαν απαρατήρητοι. Αντίθετα, διακρίθηκαν σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς, όπως στο εμπόριο, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό γενικότερα, στην πολιτική και τη διπλωματία, καταλαμβάνοντας υψηλά κυβερνητικά αξιώματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Ιωάννη Καποδίστρια αλλά και απολαμβάνοντας ειδικά προνόμια από τους Τσάρους. Και φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία η ίδρυση και οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό. Στην ελληνική παροικία της τσαρικής Ρωσίας, εξέχουσα θέση κατείχαν οι Ηπειρώτες, τόσο αριθμητικά όσο και λόγω του πολύπλευρου και εξαιρετικά σημαντικού έργου τους. Μάλιστα, αρκετοί Ηπειρώτες εθνικοί ευεργέτες έζησαν και έδρασαν στη Ρωσία του 18ου και 19ου αι.
Γενικά, οι απόδημοι Ηπειρώτες εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, στη Ρωσία, ακόμη και στις Ινδίες. Όσο όμως μακριά και εάν βρέθηκαν και όσο πλούτο και κοινωνική καταξίωση και εάν απέκτησαν, δεν διέκοψαν ποτέ τους δεσμούς τους με την Ελλάδα και τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Με μεγάλες δωρεές, δημιούργησαν και συντήρησαν πολυάριθμα φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ήδη από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, εμφανίζονται τα πρώτα κληροδοτήματα, γνωστά και ως λάσσα, τα οποία απέβλεπαν στην προαγωγή της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας. Ωστόσο, οι Ηπειρώτες δεν μερίμνησαν μόνο για την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Με δικά τους χρήματα, λειτούργησαν μεγάλα κοινωφελή ιδρύματα και στην Αθήνα, όπως το Ζάππειο Μέγαρο, το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Αστεροσκοπείο, το Εθνικό Στάδιο, η Σχόλη Ευελπίδων, η Ριζάρειος Σχολή, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, πραγματικά κοσμήματα για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ενώ στήριξαν και ενίσχυσαν και τους τόπους διαμονής τους με μνημεία και ευγενικά δημιουργήματα, τα οποία υφίστανται ακόμη ως αδιάψευστοι μάρτυρες της παρουσίας και της μεγαλοψυχίας τους.
Εκτός, όμως, από την ανέγερση και συντήρηση ιδρυμάτων, οι απόδημοι Ηπειρώτες, παράλληλα, υποστήριξαν και φωτισμένους δασκάλους και λογίους και κατόρθωσαν να μετατρέψουν τα Ιωάννινα σε μία πολυπολιτισμική μεγαλούπολη, κέντρο της παιδείας και των γραμμάτων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στις αρχές του 18ου αι., στα Γιάννενα, λειτουργούσαν τρεις ολοκληρωμένες σχολές, ενώ στην Κωνσταντινούπολη μία. Ωστόσο, ως η πιο σημαντική παράμετρος μπορεί να θεωρηθεί ότι οι Ηπειρώτες έμποροι και λόγιοι μετέφεραν, σχετικά γρήγορα, αφού είχαν ήδη αφομοιώσει και αποδεχτεί οι ίδιοι, τις νέες ευρωπαϊκές ιδέες και απόψεις, όπως του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης κ.α. Μάλιστα, στην επονομαζόμενη πόλη των γραμμάτων, αντιπαρατέθηκε η εκπαιδευτική παράδοση με τη νεότερη διδασκαλία, η καλλιέργεια των φυσικών επιστημών με τον συντηρητισμό και το νεότερο πνεύμα επικράτησε θριαμβευτικά. Ενδεικτικά ανέφερε, με θαυμασμό και έκπληξη, ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάννενα, στις αρχές του 19ου αι., Φρανσουά Πουκεβίλ ότι βρήκε «ένα εργαστήρι φυσικής, σφαίρες, χάρτες, όργανα χημείας και μία βιβλιοθήκη με 1500 τόμους σε τρεις γλώσσες, σε μία από τις σχολές της πόλης.
Ένα από τα εξέχοντα μέλη της ελληνικής παροικίας της Ρωσίας και ιδρυτής μίας από τις σημαντικότερες σχολές, προπύργιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, της Καπλανείου Σχολής υπήρξε ο Ζώης Καπλάνης. Πιο συγκεκριμένα, ο μεγάλος Ηπειρώτης ευεργέτης γεννήθηκε το έτος 1736 στο Γραμμένο του Δήμου Ζίτσας. Σε ηλικία μόλις 14 ετών, η ορφάνια και οι δυσκολίες της ζωής τον οδήγησαν στα Γιάννενα, καθώς εγκαταστάθηκε κοντά σε συγγενείς του, συνεχίζοντας, παράλληλα, την εκπαίδευσή του. Όταν ενηλικιώθηκε, προσελήφθη από τον έμπορο γουναρικών Παναγιώτη Χατζηνίκο. Αυτός, γρήγορα, αντιλήφθηκε την αξία και τη μόρφωσή του και αφού τον απάλλαξε από τις χειρωνακτικές εργασίες, τον προήγαγε, αρχικά, σε υπάλληλο, στη συνέχεια, σε γραμματέα και τέλος, σε συνέταιρό του. Με την ιδιότητα του εμπόρου, ταξίδεψε και έζησε στο Βουκουρέστι, στη Νίζνα, για να καταλήξει στη Μόσχα, όπου πέρασε την υπόλοιπή ζωή του, έως το 1806. Ολοκληρώνοντας τη συνεργασία του με τον Χατζηνίκο, εξακολούθησε ως ανεξάρτητος έμπορος γουναρικών, με μεγάλη επιτυχία, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη. Στη Μόσχα, συνδέθηκε με φιλικές σχέσεις και με άλλους Ηπειρώτες. Καταλυτική, όμως, στάθηκε η γνωριμία του με τον Ζώη Ζωσιμά. Γενικά, ο βίος του χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικά λιτός, ενώ κύριο μέλημα και σκοπός της ζωής του, τον οποίο και εκπλήρωσε στο έπακρο, υπήρξε ο φωτισμός του Γένους. Ίδρυσε Δημοτικό Σχολείο στην ιδιαίτερη πατρίδα του το Γραμμένο, την περιώνυμη Καπλάνειο Σχολή στα Γιάννενα, με πρώτο διευθυντή τον περίφημο λόγιο Αθανάσιο Ψαλίδα, ο οποίος αναδείχτηκε σε σπουδαία προσωπικότητα και ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Επιπλέον, ο Ζώης Καπλάνης χρηματοδοτούσε δασκάλους, στήριζε άπορους μαθητές και προικοδοτούσε κορίτσια. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, είχε αποσυρθεί στην Ι.Μ Αγίου Νικολάου της Μόσχας. Εκεί, άφησε την τελευταία του πνοή, για να ενταφιαστεί με άλλους Ηπειρώτες Ευεργέτες στη Μονή Δονσκόη.

Ένα ακόμη, το πλέον χαρακτηριστικό και γνωστό παράδειγμα Ηπειρωτών, εγκατεστημένων στην τσαρική Ρωσία, οι οποίοι ακολούθησαν και τον δρόμο της ευποιίας, εδραίωσαν το όνομα της Ηπείρου σε κάθε ελληνική συνείδηση και το μετέφεραν στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου αποτελούν οι Ζωσιμάδες. Η οικογένειά τους περιλάμβανε 6 αγόρια και 3 κορίτσια, ο Ζώης, ο Αναστάσιος, ο Νικόλαος, ο Ιωάννης, ο Θεοδόσιος, ο Μιχαήλ και η Αλεξάνδρα, η Ζωίτσα και η Αγγελική. Γεννήθηκαν στα Γιάννενα. Ωστόσο, ως τόπος καταγωγής τους ορίζεται το Γραμμένο του Δήμου Ζίτσας.
Τρεις από τους αδελφούς, ο Ιωάννης, ο Θεοδόσιος και ο Μιχαήλ, εγκαταστάθηκαν στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου συνέβαλαν στη δημιουργία λαμπρής ελληνικής κοινότητας, με προεξάρχοντες τους Ηπειρώτες, ενώ συντέλεσαν στην ανάδειξη της πόλης σε αξιόλογο εμπορικό, ναυτικό και πνευματικό κέντρο, με χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα. Ψυχή της ελληνικής κοινότητας και πρώτος Πρόεδρός της, με έκδηλο ενδιαφέρον για τη λειτουργία του σχολείου και της εκκλησίας της, διετέλεσε ο Μιχαήλ Ζωσιμάς.
Οι τρεις άλλοι αδελφοί, ο Ζώης, ο Αναστάσιος και ο Νικόλαος, εγκαταστάθηκαν στη Νίζνα της τότε τσαρικής Ρωσίας, όπου, επίσης, υπήρχε μεγάλη κοινότητα Ελλήνων εμπόρων, το «Νιζναίον Γραικικόν Μαγιστράτον». Η επιλογή των δύο κέντρων, της Νίζνας και του Λιβόρνου, δεν στάθηκε τυχαία. Είχαν αντιληφθεί ότι οι συνθήκες της περιόδου δημιουργούσαν λαμπρές προοπτικές για την ανάπτυξη του διαμετακομιστικού εμπορίου. Έτσι, πολύτιμα προϊόντα της Κίνας και της Ανατολής συγκεντρώνονταν από τους Ζωσιμάδες στη Νίζνα και στη συνέχεια, στέλνονταν στους αδελφούς τους στο Λιβόρνο και το αντίθετο. Κατά συνέπεια, στον συνδυασμό των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, στην εργατικότητά τους και στην ευφυία τους, οφείλεται η δημιουργία της τεράστιας περιουσίας τους. Ψυχή των Ελλήνων και στη Νίζνα θεωρούνταν οι Ζωσιμάδες, ενώ με πρωτοπόρους και πάλι τους Ηπειρώτες, η πόλη αναδείχθηκε σε σπουδαίο εμπορικό και πνευματικό κέντρο. Ειδικότερα, όλοι μαζί συνέβαλαν, αποφασιστικά, στην οργάνωση της ελληνικής κοινότητας. Ίδρυσαν σχολείο για τα ελληνόπουλα και εκκλησίες, συνέταξαν Καταστατικό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών, ανοικοδόμησαν το μεγαλοπρεπές κτήριο της Λέσχης Ελλήνων Εμπόρων, ανήγειραν νοσοκομείο, φαρμακείο και συνετέλεσαν, με τη δράση και την προσφορά τους στους κατοίκους της πόλης, να τους αποκαλούν, μέχρι σήμερα, «αυτοί οι αξιοσέβαστοι Έλληνες».

Όταν άρχισε να παρακμάζει η Νίζνα, οι Ζωσιμάδες, Ζώης και Θεοδόσιος, μετέφεραν τις εμπορικές τους δραστηριότητες στη Μόσχα, συνεχίζοντας και εκεί την αγαθοεργό δράση τους. Σταθμός στην πορεία τους θεωρείται ο θάνατος του Θεοδοσίου, το 1791. Τα υπόλοιπα αδέλφια, ακολουθώντας τις προτροπές και το παράδειγμά του, αποφάσισαν να μείνουν άγαμοι και να αφιερώσουν τόσο τη ζωή όσο και την περιουσία τους στη βασανισμένη πατρίδα τους. Επιπλέον, αρκετά έργα γνωστών συγγραφέων εκδόθηκαν με δικές τους δαπάνες, όπως η «Ελληνική Βιβλιοθήκη» του μεγάλου Διδασκάλου του Γένους Αδαμαντίου Κοραή, ο οποίος διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τους Ζωσιμάδες, ιδίως με τον Νικόλαο. Το συγκεκριμένο έργο, μία συλλογή αρχαίων ελληνικών κειμένων, αποτελεί έναν πνευματικό θησαυρό, προσφορά στο υπόδουλο Γένος. Εγερτήρια και σαλπίσματα ελευθερίας είναι οι πρόλογοί της, καθώς ο συγγραφέας εκθέτει τις απόψεις του για την ελληνική γλώσσα και παιδεία και τάσσεται υπέρ της δημοτικής στην εκπαίδευση, ως μέσο μετακένωσης των νέων ευρωπαϊκών ιδεών Γενικά, οι Ζωσιμάδες, αν και διασκορπισμένοι μακριά από την πατρίδα τους, ένιωθαν τον πόνο των υπόδουλων ομοεθνών τους ως δικό τους πόνο. Η προσφορά τους τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρωσία υπήρξε τεράστια. Αναρίθμητες οι αγαθοεργίες τους και στις δύο χώρες, σύσταση και λειτουργεία σχολείων, δημοσίων βιβλιοθηκών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, έκδοση βιβλίων και δωρεάν διανομή, ανέγερση ναών, οικονομική στήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κ.α., όπως επισφραγίστηκαν με τη διαθήκη του τελευταίου της Αδελφότητας του Νικόλαου Ζωσιμά, αποδεικνύοντας το ήθος των μεγάλων αυτών αντρών και επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη αγάπη προς την πατρίδα τους αλλά και ως προς τη Ρωσία όπου έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν επαγγελματικά.

Πιο συγκεκριμένα αλλά και πάλι ενδεικτικά, στη Μόσχα, ο Ζώης Ζωσιμάς κατέθεσε, στο Αυτοκρατορικό Ορφανοτροφείο, 20.000 ρούβλια για μισθό του δασκάλου της ελληνικής γλώσσας, ενώ φρόντιζε και για τη δωρεάν διανομή βιβλίων στους μαθητές. Δωρεές του μαρτυρούνται και στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ, στην Αυτοκρατορική Εταιρεία των Φυσικών, στην Πρακτικο-Εμπορική Ακαδημία, στο Γραικικό Μοναστήρι, στο Γυμνάσιο Μόσχας, ιδιαίτερα για τη σύσταση νέας τάξης στην οποία θα παραδίδονταν τα ελληνικά και στην Ιατροχειρουργική Ακαδημία, με όρο τη διατήρηση ενός Έλληνα δασκάλου. Για τις προσφορές του στην «Ιατρική και Χειρουργική Ακαδημία και το Πανεπιστήμιο της Μόσχας», ο Ζώης Ζωσιμάς τιμήθηκε με τα παράσημα της Αγίας Άννας 2ου βαθμού και του Αγίου Βλαδίμηρου 4ου βαθμού. Αντίστοιχα, στη Νίζνα, ίδρυσαν ευαγές ίδρυμα για περίθαλψη ασθενών και απόρων μελών της ελληνικής κοινότητας, την Ελληνική Σχολή, την εποχή του Αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α’, τον Ι. Ν. Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης και το Γραικικό Κοιμητήριο.
Στην Ελλάδα, τώρα, διέθεσαν υπέρογκα ποσά για τη χρηματοδότηση του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, ενώ έλαβαν και μέριμνα για τα ορφανά τέκνα των πεσόντων υπέρ της πατρίδος και για τους άπορους. Στη συνέχεια, λόγω της στενής σχέσης τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια, στήριξαν το κυβερνητικό του έργο, ιδιαίτερα την επέκταση της στοιχειώδους μόρφωσης, μέσω των αλληλοδιδακτικών σχολείων, με την αποστολή βιβλίων και ποικίλες χορηγίες. Επιπρόσθετα, προσέφεραν χρηματικά ποσά και δωρεές βιβλίων στην Πατμιάδα Σχολή, στη Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, Κρήτης, Κέρκυρας και στο Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης. Μάλιστα, «Τα υπό των αοιδίμων Ζωσιμάδων δωρηθέντα βιβλία» χρησιμοποιήθηκαν ως πυρήνας της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών και αντίστοιχα, της μετέπειτα μεγάλης βιβλιοθήκης της Ιονίου Ακαδημίας, στην Κέρκυρα. Στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος, δώρισαν τη συλλογή τους, 18.000 νομισμάτων, η οποία αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών. Παράλληλα και κατά την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας, στις 30 Μαρτίου 1841, με αρχικό κεφάλαιο 5.000.000 δραχμές, διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές των χιλίων δραχμών, 1.000 μετοχές αγόρασε το κράτος, ενώ στους πρώτους μετόχους της, συγκαταλεγόταν και ο Νικόλαος Ζωσιμάς με 500 μετοχές.

Τέλος και στην ιδιαίτερη πατρίδα τους τα Ιωάννινα, προσέφεραν τεράστια χρηματικά ποσά και κατά τη διάρκεια της ζωής τους και μετά τον θάνατό τους. Μερίμνησαν για τη λειτουργίατου Κοινού Νοσοκομείου της πόλης, που είχε ιδρύσει ο συμπατριώτης τους ευεργέτης Γεώργιος Χατζηκώστας. Στήριξαν την ανακαίνιση, τον καλλωπισμό και τα λειτουργικά έξοδα των εκκλησιών των Ιωαννίνων, της Μητρόπολης, της Κοίμησης της Θεοτόκου Αρχιμανδρειού, της Αγ. Μαρίνας και της Περιβλέπτου. Φρόντισαν για τους φυλακισμένους από χρέος, για πτωχούς και δυστυχείς ανθρώπους, για την προίκα φτωχών και ορφανών κοριτσιών και ανήγειραν «Πτωχοδοχείον» δηλαδή Γηροκομείο, για είκοσι ή τριάντα άτομα. Βέβαια, καίρια και κεντρική θέση κατέχει η Ζωσιμαία Σχολή.
Η προσφορά τους προς το έθνος αναγνωρίστηκε, ήδη από τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, σύμφωνα με επιστολή του προς τον Νικόλαο Ζωσιμά. Επιπλέον, ο θάνατος του Νικόλαου, το 1842, θεωρήθηκε εθνική απώλεια και με απόφαση του βασιλιά Όθωνα, κηρύχτηκε τριήμερο πένθος για τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, ενώ στην επιμνημόσυνη δέηση, στη Μητρόπολη Αθηνών, παρέστη το σύνολο των αρχών. Ο Ζώης και ο Θεοδόσιος ολοκλήρωσαν τον βίο τους στη Μόσχα και ενταφιάστηκαν στην Ι. Μ. Δονσκόη, όπου σώζονται μέχρι σήμερα οι τάφοι τους. Αντίστοιχα, ο Αναστάσιος και ο Νικόλαος παρέμειναν στη Νίζνα και ενταφιάστηκαν στο ορθόδοξο νεκροταφείο της πόλης, δίπλα στον Ι.Ν. Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, προσφορά των ιδίων.
Εκτός, όμως, από τα δύο προαναφερθέντα παραδείγματα, υπήρξαν και άλλοι Ηπειρώτες οι οποίοι έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν επαγγελματικά στην τσαρική Ρωσία, αφήνοντας σημαντικό έργο. Αναφέρω ενδεικτικά, για λόγους οικονομίας χρόνου, ονόματα και ένα ελάχιστο μέρος από το έργο τους. Ο Γεώργιος Χατζηκώστας ιδρυτής νοσοκομείων στα Γιάννενα και στο Μεσολόγγι. Αντίστοιχα, ο γιος του Αναστάσιος χρηματοδότησε το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα στην Αθήνα. Ακολουθεί ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο οποίος, εκτός από τη φιλανθρωπική του δράση στην Ήπειρο, ισχυροποίησε το ελληνικό ναυτικό, με το περίφημο θωρηκτό Αβέρωφ, επωμίστηκε τις δαπάνες για την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, όπου τελέστηκαν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, ανήγειρε τη Σχολή Ευελπίδων και προσέφερε ένα σεβαστό ποσό για την αποπεράτωση του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Οι αδελφοί Ριζάρη, από το Μονοδένδρι Ζαγορίου, ενίσχυσαν, χωρίς φειδώ, τη Φιλική Εταιρεία και ίδρυσαν τη Ριζάρειο Σχολή στην Αθήνα. Ο Ιωάννης Δομπόλης, αφού ανέλαβε Γενικός Ταμίας της Ελλάδος το 1828, στο πλευρό του Καποδίστρια και επειδή είχε εκτιμήσει βαθιά τον πρώτό κυβερνήτη της Ελλάδος, θέλοντας να συνεχίσει το όραμά του, συνέβαλε, οικονομικά, στη θεμελίωση του πρώτου πανεπιστημίου της Ελλάδος, αξιώνοντας, μόνο, να ονομαστεί Καποδιστριακό. Τέλος, στην τσαρική Ρωσία εντοπίζονται ακόμη, μέσα από το αρχειακό υλικό, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο Πάνος Μαρούτσης, η οικογένεια Μπούμπα εκ Μετσόβου, ο Ιωάννης και ο Νικόλαος Τούλης, ο Τριαντάφυλλος Τσιουμάγκας, ο Ιωάννης Κλειτζάς, ο Φώτης Τομαράς, η οικογένεια Ξυδά, ο Κώστας Φουρνίγκας, ο Κωνσταντίνος Πελτέκης και πολλοί ακόμη, ξεχωριστές προσωπικότητες, έκαστος με τη δική του διαδρομή και προσφορά τόσο προς την ιδιαίτερη πατρίδα τους όσο και προς τη Ρωσία, τη δεύτερη πατρίδα τους και τη χώρα διαμονή και επαγγελματικής δραστηριότητας.

Συνολικά, στους βίους των Ηπειρωτών της τσαρικής Ρωσίας, εντοπίζονται αρκετά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Αρχικά και κατά κανόνα, προέρχονταν από φτωχές οικογένειες. Έδειχναν ακάματη φιλοπονία και αξιοποιούσαν, με τον καλύτερο τρόπο, το επιχειρηματικό τους πνεύμα. Επιδίδονταν, με ζήλο, στον κερδώο Ερμή, αποκτώντας κεφάλαια που έφθαναν σε αμύθητα ποσά. Η συνεχής, όμως, αύξηση του πλούτου τους δεν αλλοίωνε καθόλου την ευγένεια του χαρακτήρα τους. Διαβιούσαν με λιτότητα και σωφροσύνη και ένιωθαν την ανάγκη να εκπληρώσουν, στο ακέραιο, το ιερό τους καθήκον προς την πρώτη και τη δεύτερη πατρίδα τους. Γενικά, οι Ηπειρώτες της Ρωσίας, με την ευφυία τους, τη σκληρή δουλειά, την προσήλωση στον στόχο τους, αντιλαμβανόμενοι τα ιστορικά δεδομένα και συμπορευόμενοι με τις εκάστοτε κοινωνίες όπου δραστηριοποιούνταν, κατόρθωσαν να συμβάλλουν, αποφασιστικά, στην απελευθέρωση του έθνους και εν συνεχεία στη σύσταση και οργάνωση του νεοελληνικού κράτους.
Κωνσταντίνα Ζήδρου
Αρχαιολόγος
Οι εικόνες προέρχονται από το βιβλίο του Σπ. Εργολάβου, Ηπειρώτες έμποροι ευεργέτες του ελληνικού έθνους και συντελεστές της προόδου της ανθρωπότητας, γ΄ έκδοση, Ιωάννινα 2014, έκδοση του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολή «Οι Ζωσιμάδες».
Ψηφιακές λύσεις, εφαρμογές και έξυπνα εργαλεία από το Konnecta.gr
Δείτε το Konnecta.gr →